Wednesday, February 3, 2010

Λεξικού συνέχεια...



κούραση η [kúrasi] Ο33α : η κατάσταση στην οποία περιέρχεται κάποιος ύστερα από υπερβολική εργασία ή από ψυχική ή σωματική ένταση και η οποία εκδηλώνεται ως αίσθηση αδυναμίας και εξάντλησης: Σωματική / διανοητική / ψυχική ~, κόπωση. Aισθάνθηκα μεγάλη ~. Πέφτω κάτω / δε με κρατούν τα πόδια μου από την ~. Είμαι πεθαμένος / ψόφιος από ~. Πεθαίνω από / στην ~. Aκόμα δε συνήλθα από την ~ του ταξιδιού.

[κουρα- (κουράζω) -ση]

Ή αλλιώς

αφήστεμεστηνησυχίαμου!



ναι, έχω νεύρα σήμερα..
το λέει και το ζώδιό μου!

No comments:

Η μάγισσα...
CURRENT MOON

Ο Έρωτας..

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός,
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.


~Κική Δημουλά

Hχολαγνείες

Κερνάω και καφέ...

Σας ευχαριστώ...